λακίνιον


λακίνιον
λακίνιον, τὸ (Μ) [λακίς]
υποκορ. τού λακίς*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Λακίνιον — Λακίνιος masc acc sg Λακίνιος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ЛАЦИНИЙСКИЙ МЫС —    • Lacinium promunturium,          Λακίνιον άκρον, ныне Саро delle Colonne или di Nau, мыс на юго западном берегу Тарентинского залива на юге Италии, на 100 стадий южнее Кротона; тут же местечко того же имени, образовавшееся вокруг знаменитого… …   Реальный словарь классических древностей

  • LACINIUM Prom — Magnae Graeciae. Crotoni urbi finitimum, a Lacinio latrone, quem Hercules interfecit. Brutiorum erat, ubi nunc pars Bor. Calabriae ulter. 6. mill. a Crotone in Mer. vix 80. a. Iapygio prom. in Austr. 56. a Cocyntho prom. in Bor. 125. ab ora… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • προσηώος — και δωρ. τ. ποταῷος, α, ον, Α στραμμένος προς την Ανατολή (α. «καὶ τὸ ποταῷον τὸ Λακίνιον», Θεόκρ. β. «προσηῴους δαίμονες», Διόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * / ποτ (βλ. λ. ποτί) + ἠῷος / ἑῶος (< ἠώς / ἕως «αυγή»] …   Dictionary of Greek

  • Ηραίον — I Ναός αφιερωμένος στη θεά Ήρα. Τέτοιοι ναοί υπήρχαν σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Οι κυριότεροι ήταν: 1. Το H. του Άργους, το οποίο βρισκόταν ανάμεσα στο Άργος και στις Μυκήνες, στις πλαγιές ενός λόφου που λεγόταν Εύβοια. Ο ναός αυτός χτίστηκε από… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.